Μακαρία ἐρηµική ζωή

 Ὁ Γέροντας ζήτησε εὐλογία νά µείνη µόνος στήν ἔρηµο. Ἐγκαταστάθηκε στό ἀσκητήριο τῶν ἁγίων Γαλακτίωνος καί Ἐπιστήµης, πού ἀποτελεῖται ἀπό τό Ἐκκλησάκι καί ἕνα πολύ µικρό συνεχόµενο Κελλάκι.

 Βρίσκεται σέ ὡραία θέση σέ ὕψωµα, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπό τήν ἁγία Κορυφή, καί ἀπέχει λιγώτερο ἀπό µία ὥρα ἀπό τό Μοναστήρι. Διακόσια µέτρα πιό πάνω βρίσκεται ἡ σπηλιά τοῦ ἁγίου Γαλακτίωνος καί λί- γο πιό πίσω εἶναι ἡ Σκήτη πού ἔµενε ἡ ἁγία Ἐπιστήµη µέ τίς ἄλλες ἀσκήτριες. Ἅγια µέρη, εὐλογηµένα. Παρ᾿ ὅλη τήν αὐχµηρότητά τους, ἐµπνέουν αὐτά τά βράχια. Ἐκεῖ ψηλά λοιπόν, σάν ἀετός, ἔστησε ὁ Γέροντας τήν φωλιά του, ἔκανε µᾶλλον τήν πολεµίστρα του ὁ ἀετός τοῦ πνεύµατος. Πολύ κοντά, «ὡσεί λίθου βολήν», στό ἀσκητήριο εἶχε µιά µικρή πηγούλα. Μάζευε τό 24ωρο δυό-τρία κιλά νερό.
Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Πήγαινα µέ ἕνα τενεκάκι νά πάρω νερό, γιά νά κάνω τσάι ἤ νά βρέξω λίγο τό µέτωπο, λέγοντας τούς χαιρετισµούς µέ εὐγνωµοσύνη καί τά µάτια µου πληµµύριζαν ἀπό δάκρυα. «Θεέ µου,» ἔλεγα, «λίγο νερό νά πίνω˙ δέν θέλω τίποτε ἄλλο». Τόσο πολύτιµο ἦταν αὐτό τό λιγοστό νεράκι γι᾿ αὐτόν πού ἤθελε νά ζήση ἐκεῖ στήν ἔρηµο. Ἀλλά καί αὐτό ὁ Γέροντας τό µοιραζόταν µέ τά ἄγρια ζῶα καί τά διψασµένα πουλιά τῆς ἐρήµου. –
Γέροντα, πῶς ζούσατε στό Σινᾶ; τόν ρώτησε κάποιος.
Ἀπάντησε:
«Ἡ τροφή µου ἦταν τσάι µέ παξιµάδι πού τό ἔκανα µόνος µου. Ἔκανα πέτουρα (λεπτά φύλλα ζύµης) καί τά ξέραινα στόν ἥλιο. Γίνονταν τόσο σκληρά, πού ἔσπαζαν σάν τζάµι. Καµµιά φορά ἔβραζα καί ρύζι στουµπισµένο µέσα σέ ἕνα κονσερβοκούτι. Αὐτό ἦταν καί µπρίκι καί κατσαρόλα καί πιάτο καί ποτήρι. Αὐτό τό κονσερβοκούτι καί ἕνα κουτάλι λίγο πιό µικρό ἀπό τῆς σούπας ἦταν ὅλο τό νοικοκυριό µου. »Ἀκόµη, εἶχα µιά φανέλλα, πού τήν φοροῦσα τή νύχτα γιά νά ἀντιµετω- πίζω τό κρύο.
 Ἔπινα καί ἕνα τσάι µαῦρο, γιά νά µέ βοηθᾶ στήν ἀγρυπνία, καί ἔβαζα καί µιά κουταλιά ζάχαρη παραπάνω, πού ἀντιστοιχοῦσε µέ ἄλλη µιά φανέλλα. (Δηλαδή οἱ θερµίδες πού τοῦ ἔδινε ἡ παραπανίσια ζάχαρη ἦταν σάν νά φοροῦσε ἀκόµη µιά φανέλλα). Εἶχα καί µιά ἀλλαξιά χοντρά ροῦχα, γιατί τή νύχτα ἔκανε πολύ κρύο. Δέν εἶχα οὔτε φανάρι, οὔτε φακό, παρά µό- νο ἕναν ἀναπτήρα, γιά νά βλέπω λίγο στό σκοτάδι, ὅταν βάδιζα σέ κανένα
πέτρινο µονοπάτι µέ σκαλοπάτια.
Τόν χρειαζόµουν ἐπίσης γιά νά ἀνάβω καµµιά φορά φωτιά µέ φρύγανα, γιά νά κάνω κανένα ζεστό. Εἶχα καί λίγες τσακµακόπετρες καί ἕνα µπουκαλάκι πετρέλαιο πολύ µικρό γιά τόν ἀναπτή- ρα. Τίποτε ἄλλο. »
Μιά φορά φύτεψα καί µιά ρίζα ντοµάτα, ἀλλά µετά µέ πείραξε ὁ λογισµός µου καί τήν ξερρίζωσα, γιά νά µήν προκαλῶ τούς Βεδουΐνους.
Μοῦ φαινόταν ἀταίριαστο, οἱ φτωχοί Βεδουΐνοι νά µήν ἔχουν ντοµάτες, καί ἐγώ πού ἤµουν καλόγηρος νά ἔχω, ἔστω καί µιά ρίζα. »
Τήν ἡµέρα ἔλεγα τήν εὐχή καί ἔκανα ἐργόχειρο. Εὐχή καί ἐργόχειρο. Αὐτό ἦταν τό τυπικό µου. Τή νύχτα ἔκανα µερικές ὧρες µετάνοιες, χωρίς νά τίς µε- τρῶ. Ἀκολουθία δέν διάβαζα, τήν ἔκανα µέ κοµποσχοίνι. »
Γιά νά µή µέ ἐνοχλοῦν οἱ περίεργοι, ἔκανα µέ πράσινη λαδοµπογιά νεκρο- κεφαλές (σῆµα κινδύνου) στά βράχια. Μιά φορά ἕνας τουρίστας Γερµανός θέλη- σε νά ἀνεβῆ ἐπάνω. Νόµισε ὅτι εἶναι ναρκοπέδιο, ἀλλά ἐπειδή φαίνεται ἤξερε ἀπό τέτοια, πρόσεχε ποῦ πατοῦσε καί κατώρθωσε νά φθάση µέχρι ἐπάνω. Ἐγώ τόν παρακολουθοῦσα ἀπό ψηλά. Τόν ἄφησα νά πλησιάση, µετά µπῆκα στήν σπηλιά τοῦ ἁγίου Γαλακτίωνος καί τράβηξα ἕνα δεµάτι ἀγκάθια στήν εἴσοδο. Ἔψαξε, ἀλλά δέν µπόρεσε νά µέ βρῆ καί γύρισε πίσω».
Ἁπλοποίησε πολύ τήν ζωή του καί ἐπιδόθηκε στήν ἄσκηση µέ ὅλες του τίς δυνάµεις, χωρίς περισπασµούς. «Ἡ ἔρηµος ἐρηµώνει τά πάθη. Ὅταν τήν σεβασθῆς καί προσαρµοσθῆς πρός τήν ἔρηµο, σοῦ δίνει νά αἰσθανθῆς τήν παρηγοριά της», ἔλεγε ἀργότερα ὁ Γέροντας µέ νοσταλγία, ἐκφράζοντας µέ λίγες λέξεις τήν ἐµπειρία του ἀπό τήν Σιναϊτική ἔρηµο.
Ἀγαποῦσε ὁ Γέροντας νά ἐπισκέπτεται τόπους, ὅπου ἔζησαν ἀσκητές. Θαύµαζε τά µικρά ἀσκητικά σπήλαια. Ἀλλοῦ σωζόταν µιά µικρή στερνούλα, σέ ἄλλα φαινόταν µαυρισµένος ὁ βράχος ἀπό τήν φωτιά πού ἄναβαν κάπου-κάπου γιά νά µαγειρεύουν. Τόν ἐνέπνεαν καί τόν συγκινοῦσαν αὐτά τά παλαιά ἀσκητήρια. Ἐπισκέφθηκε καί τό ἀσκητήριο τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἀρσελαΐτου. Εἶναι µιά πανέρηµος κατάλληλη γιά ἀναχωρητές.
Τήν Μεγάλη Σαρακοστή τήν πέρασε στό ἀσκητήριο τοῦ ἁγίου Στεφάνου, πού ἀναφέρει καί ἡ Κλίµακα13, κάτω ἀπό τήν ἁγία Κορυφή, µέ µεγάλη νηστεία, σχεδόν ἀσιτία. Εἶχε ἐκεῖ µόνο ἕνα τενεκεδάκι, γιά νά βγάζη νερό ἀπό τό πηγάδι πού ὑπῆρχε πιό κάτω, στόν προ- φήτη Ἠλία. Εἶχε τυπικό νά µή φοράη παπούτσια.
 Εἶχαν σχιστῆ οἱ φτέρνες του καί ἔτρεχαν αἷµα. Τά παπούτσια τά εἶχε στό ντορβά καί τά φοροῦσε µόνο ὅταν κατέβαινε στό Μοναστήρι ἤ συναντοῦσε κάποιον στόν δρόµο. Γιά ὅποιον γνωρίζει τίς συνθῆκες τῆς ἐρήµου, εἶναι πολύ ὀδυνηρό νά βαδίζη κανείς ξυπόλυτος πάνω στά βράχια ἤ στήν ἄµµο. Τήν ἡµέρα καῖνε τόσο πολύ, πού οἱ Βεδουΐνοι βάζουν αὐγά στήν ἄµµο καί γίνονται µελάτα, ἐνῶ τή νύχτα εἶναι τόσο κρύα τά βράχια, σάν νά πατᾶ κανείς πάνω σέ πάγο.
Στό Μοναστήρι κατέβαινε κάθε Κυριακή ἤ κάθε δεκαπέντε ἡµέρες. Βοηθοῦσε στήν ἀκολουθία καί κοινωνοῦσε.

πηγη: ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924-1994)

Εάν σας άρεσε μοιραστείτε το !

H panagiamegalohari.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων - απόψεων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω εμαιλ έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, εμαιλ, υβριστικά ή συκοφαντικά, αλλά και αυτά που παραπέμπουν σε διαφήμιση θα αφαιρούνται.